Οκτωβρίου 01, 2010

Βιώσιμη Διαχείριση Χώρου



1.0. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η μονοδιάστατη οικονομική αναπτυξιακή δραστηριότητα των τελευταίων χρόνων καταστρέφει αλόγιστα το περιβάλλον. Η πρακτική αυτή, ενισχύει την άποψη ότι είτε η ανάπτυξη θα είναι ολοκληρωμένη, δηλαδή ταυτόχρονα σε οικονομικό, κοινωνικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό επίπεδο, σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, είτε δεν θα υπάρχει καθόλου. Το ζήτημα αυτό, θέτει επιτακτικά το θέμα του Χωροταξικού Σχεδιασμού, που καταλήγει μεν στην διαχείριση του Χώρου, αλλά με τους όρους της Βιώσιμης Ανάπτυξης στην υφιστάμενη πλέον Οικονομική Κρίση.


Θα προσπαθήσω λοιπόν στη συνέχεια, να περιγράψω σύντομα αυτές τις έννοιες.

2.0. ΧΩΡΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Το χωροταξικό και πολεοδομικό χάος που επικρατούσε στη χώρα μας επιχείρησε να διευθετήσει το Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με αυτό, όλα τα όργανα της πολιτείας έχουν υποχρέωση να αναδιαρθρώσουν χωροταξικά τη χώρα και να προωθήσουν πολιτικές και δράσεις για την πολεοδόμηση και την επέκταση των πόλεων και των οικιστικών περιοχών. Το Σύνταγμά μας προστατεύει επίσης με νεωτεριστικές διατάξεις τόσο το φυσικό όσο και το πολιτιστικό περιβάλλον. Ορίζεται λοιπόν σαν χωροταξικός ο σχεδιασμός που συνίσταται στην ανάλυση των στοιχείων της δεδομένης κατάστασης, στην πρόγνωση μελλουσών εξελίξεων και στη δόμηση μίας κανονιστικής τάξης, με τελική επιδίωξη τη διαμόρφωση του χώρου σύμφωνα με αυτή την τάξη[1].

H αρχή της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης, θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά σε εθνικό επίπεδο με το Νόμο 2508/1997
[2] για τη Βιώσιμη Οικιστική Ανάπτυξη και, στη συνέχεια, με το Νόμο 2742/1999[3] σχετικά με τον Χωρικό Σχεδιασμό και την Αειφόρο Ανάπτυξη. Πρόκειται για μία αρχή η οποία ούτε στατική έννοια έχει ούτε και αποκλειστικά περιβαλλοντικό περιεχόμενο. Αντίθετα, η περιβαλλοντική της συνιστώσα οφείλει να εναρμονίζεται με τις παραμέτρους της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, με στόχο τη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού προτύπου.

Για την προώθηση της βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης απαιτείται η εναρμόνιση τριών πεδίων καθοριστικής σημασίας για τη χωροταξική οργάνωση της εθνικής επικράτειας. Τα πεδία αυτά είναι:
1) της ισόρροπης πολυκεντρικής ανάπτυξης,

2) της ισότητας στην πρόσβαση στα κύρια δίκτυα μεταφορών, ενέργειας και επικοινωνιών, και τέλος
3) της προστασίας και της συνετής διαχείρισης του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος.

Η βιώσιμη χωρική ανάπτυξη αποσκοπεί στην υλοποίηση τριών φαινομενικά αντιφατικών μεταξύ τους στόχων, της οικονομικής μεγέθυνσης, της κοινωνικής συνοχής και της περιβαλλοντικής προστασίας. Οι στόχοι αυτοί επιδιώκονται σήμερα σε εθνικό επίπεδο με την υιοθέτηση ενός συστήματος χωρικού σχεδιασμού τριών βαθμίδων:

1) Στην πρώτη βαθμίδα ανήκει ο χωροταξικός σχεδιασμός. Το μέσο για την υλοποίηση του πρώτου αυτού επιπέδου, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, καλύπτει όλο τον εθνικό χώρο. Το Πλαίσιο αυτό εξειδικεύεται, αφενός ανά τομείς και δραστηριότητες με τα Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (πχ. του Τουρισμού, της Βιομηχανίας και των Λιμένων) και αφετέρου ανά Περιφέρεια με τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης

2) Με τον χωρικό σχεδιασμό δεύτερης βαθμίδας, δηλαδή τον πολεοδομικό σχεδιασμό, εξειδικεύονται οι στρατηγικές αρχές και οι κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού σε τοπικό επίπεδο. Τα μέσα υλοποίησης του πολεοδομικού σχεδιασμού είναι τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ).

3) Στην τρίτη βαθμίδα του χωρικού σχεδιασμού ανήκει η πολεοδομική μελέτη που εξειδικεύει και υλοποιεί σε επίπεδο Οικοδομικού Τετραγώνου, τους στόχους και τις χρήσεις γης που καθορίζει το ΓΠΣ, και με την οποία καθορίζονται οι κανονιστικοί όροι και περιορισμοί δόμησης.

Οι στόχοι του βιώσιμου χωρικού σχεδιασμού αναφέρονται, πέραν της περιβαλλοντικής προστασίας, στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης και λειτουργικότητας των οικισμών. Συγκεκριμένα, με το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου επιδιώκεται κυρίως:
[4]

· η προστασία και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος, η διατήρηση των οικολογικών αποθεμάτων και η προβολή και η ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της κάθε νησιωτικής περιφέρειας,

· η ενίσχυση της διαρκούς και ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της νησιωτικής περιφέρειας, και

· η στήριξη της οικονομική και κοινωνικής συνοχής στο σύνολο της νησιωτικής περιφέρειας.

Στο Περιφερειακό Πλαίσιο αξιολογείται η υπάρχουσα κατάσταση και οι προοπτικές σε επίπεδο νησιωτικής περιφέρειας, και τα νησιά της κάθε περιφέρειας κατατάσσονται σε τρεις ομάδες, ανάλογα με την έκτασή τους και την ανάπτυξή τους. Στην λεγόμενη Ομάδα ΙΙ που αναφέρεται σε νησιά που αναπτύσσονται μεν τουριστικά, ενώ παράλληλα διαθέτουν και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, κατατάσσεται και η Κύθνος.
[5]

Η αρχή της φέρουσας ικανότητας, είναι βασική για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τα νησιώτικα οικοσυστήματα..[6] Η έννοια της φέρουσας ικανότητας, αφορά τον μέγιστο αριθμό των ειδών που μπορεί να υποστηρίξει ένα οικοσύστημα κατά τη διάρκεια της εποχής του έτους, με τις δυσμενέστερες συνθήκες. Η αρχή αυτή πρακτικά σημαίνει ότι σημαντικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος είναι τα ευπαθή ή ευαίσθητα οικοσυστήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα μικρά νησιά, -όπως η Κύθνος- τα οποία χαρακτηρίζονται από την ενότητα και τη λιτή συμμετρία του τοπίου τους, τη στενή αλληλεξάρτηση των ανθρωπογενών συστημάτων (δημογραφικού, πολιτιστικού, κοινωνικοοικονομικού κλπ), και του φυσικού περιβάλλοντος, με συνέπεια να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε εξωγενείς παρεμβάσεις. Ουσιώδης όρος για την προστασία των μικρών νησιών είναι τα Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια. Αυτά, δεδομένου ότι τα νησιά είναι δεκτικά μόνο ήπιας ανάπτυξης, πρέπει να προβλέπουν και να διατάσσουν στο χώρο των νησιών μόνο εκείνες τις μορφές ανάπτυξης που είναι συμβατές με την αρχή της διατήρησης αμείωτου του πολιτιστικού και φυσικού κεφαλαίου τους.[7]

Αναφερόμενοι στην βαθμίδα του Πολεοδομικού Σχεδιασμού, ας σταθούμε ειδικότερα στο μέσο υλοποίησής του, το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.). Η πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης με την εκπόνηση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, αναφέρεται κυρίως στον καθορισμό των χρήσεων γης, στα πολεοδομικά κέντρα, στο κύριο δίκτυο κυκλοφορίας, στην πυκνότητα και στο μέσο συντελεστή δόμησης κατά πολεοδομική ενότητα, σε απαγορεύσεις δόμησης και χρήσης, στις γενικές κατευθύνσεις και στο γενικό θεσμικό πλαίσιο των περιοχών ειδικής προστασίας.

Ή έλλειψη χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού στην Κύθνο έχει αφήσει την οικιστική μεγέθυνση περίπου ανεξέλεγκτη. Το γεγονός αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα στην Ευρώπη, και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις βασικές αρχές ενός χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, πού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας γενικότερης αναπτυξιακής στρατηγικής. Η στρατηγική αυτή, κατάλληλα προσαρμοζόμενη σε τοπικό επίπεδο, και με τον ενεργό ρόλο της Νομαρχιακής και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί όλα τα στοιχεία πού αποτελούν για το νησί φυσικά πλεονεκτήματα, όπως το απαράμιλλο τοπίο, η ιστορία και η πλούσια πολιτιστική παράδοση. Η ορθή αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων έχει τεράστια οικονομική σημασία. Σε άλλες περιοχές έχει αποτελέσει βασική πηγή εισοδήματος, πού διαχέεται σε ευρύτατα στρώματα των τοπικών κοινωνιών.
[8]

Συνεχίζοντας στην τρίτη βαθμίδα, η ένταξη μιας ορισμένης περιοχής στο σχέδιο πόλεως, προϋποθέτει κατά πρώτο την ύπαρξη εγκεκριμένου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, και κατά δεύτερο την εκπόνηση Πολεοδομικής Μελέτης. Η εφαρμογή της Πολεοδομικής Μελέτης γίνεται με την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής.

3.0. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Σε αρχιτεκτονικό επίπεδο τώρα, με τον όρο μονοπάτια εννοούνται οι προσβάσεις που είναι προσπελάσιμες όχι μόνον από ανθρώπους αλλά και από στοιχειώδη μέσα μεταφοράς. Μέχρι το 1960 περίπου, τα μονοπάτια αποτελούσαν το βασικότερο σύστημα πρόσβασης των κατοίκων από τους οικισμούς στα χωράφια και άλλους χώρους δραστηριοτήτων (π.χ. λιμάνι).

Οι προσβάσεις αυτές περιβάλλονται συστηματικά από καλά δομημένες ξερολιθιές. Οι διαδρομές που καθόριζαν ήταν φαινομενικά ακανόνιστες αλλά ακολουθούσαν την τοπογραφία του εδάφους και ήταν πολύ λειτουργικές. Το επίπεδο των μονοπατιών πολλές φορές ήταν χαμηλότερο από τα παρακείμενα χωράφια, χάρις στην ύπαρξη των ξερολιθιών που, εκτός από όρια, λειτουργούσαν και σαν τοίχοι αντιστήριξης.

Η κατασκευή των μονοπατιών παρουσίαζε πολλές διαφοροποιήσεις και ακολουθούσε κάποια συγκεκριμένη ιεραρχία. Τα βασικά μονοπάτια ήταν λιθόστρωτα και στα δύσκολα σημεία βαθμιδωτά, η ακόμα και με κάθετη τοποθέτηση της σχιστόπλακας, για μείωση της οιλισθηρότητας Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εμφανείς και εργασίες οδοποιίας, κυρίως λαξεύσεις βράχων. Τα βασικά μονοπάτια είναι και κατά πάσα πιθανότητα τα παλαιότερα και αποτελούσαν τα όρια των μεγάλων ιδιοκτησιών γης της περιόδου πριν την ανεξαρτησία. Τα υπόλοιπα μονοπάτια προέκυψαν μετέπειτα από διαδοχικές κατατμήσεις γης στις μεταγενέστερες περιόδους.

Σήμερα το σύστημα των μονοπατιών βαθμιαία αντικαθίσταται από σύστημα δρόμων. Οι λόγοι είναι βασικά κατά πρώτο η εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας στις περισσότερες επικλινείς περιοχές και κατά δεύτερο οι τεχνολογικές αλλαγές με τη χρήση αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις και τη μηχανοποίηση της αγροτικής δραστηριότητας. Για τον λόγο αυτό σχεδόν όλα τα χρήσιμα μονοπάτια έχουν μετατραπεί σε δρόμους διαφόρων κατηγοριών και αμφιβόλων συγκοινωνιακών προδιαγραφών, ενώ τα μονοπάτια που έχουν περιπέσει σε αχρηστία είναι πλέον στην πλειοψηφία τους αδιάβατα.

4.0. ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Η Διάσκεψη του Ρίο για το Περιβάλλον (1992) θα παραμείνει στην ιστορία της ανθρωπότητας, σαν η καθοριστική που τερμάτισε την ιδεοληψία της οικονομικής ανάπτυξης. Όλες οι χώρες είχαν ακολουθήσει έναν ανταγωνισμό αγρίας ανάπτυξης, αδιαφορώντας για το φυσικό κόστος της οικονομικής αυτής προόδου. Η Διακήρυξη του Ρίο συμπληρώθηκε με την Agenda 21, το μεγάλο έργο της Διάσκεψης. Έτσι, μετά το Ρίο, η εμμονή στην μονομερή οικονομική μεγέθυνση δεν είναι απλώς παρωχημένη πολιτική, αλλά παράνομη και ανήθικη.[9]

Ορίζεται σαν Βιώσιμη (ή Αειφόρος) Ανάπτυξη, η ορθή διαχείριση των διατιθέμενων πόρων. Σε έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου αναφέρεται ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Οι λέξεις αειφορία και βιωσιμότητα λοιπόν είναι τόσο γενικές και δέχονται τόσες πολλές ερμηνείες, που τελικά ο ορισμός τους καταλήγει να εξαρτάται κάθε φορά από την άποψη των ατόμων που τις διατυπώνουν

Κόβοντας δέντρα γρηγορότερα απ’ ότι αναφύονται, ψαρεύοντας περισσότερα ψάρια απ’ ότι επιτρέπει ο ρυθμός αποκατάστασης των πληθυσμών τους και δημιουργώντας βουνά αποβλήτων, η ανθρωπότητα υπερβαίνει την ικανότητα του πλανήτη να παράγει τροφή, ενέργεια και πολλές άλλες οικολογικές υπηρεσίες που είναι ουσιώδεις για τη ζωή.

Στον ελλαδικό χώρο σήμερα, μία από τις βασικές μορφές αναπτυξιακής δράσης θεωρείται ο τουρισμός. Ο συνδυασμός του με άλλες μορφές δράσεων δίνει τη δυνατότητα να αναζητήσουμε και να καθιερώσουμε ένα σύστημα περιφερειακής ανάπτυξης που θα προσδιορίζει τη σχέση του νησιού της Κύθνου με το ευρύτερο περιβάλλον του και θα στηρίζεται στη βιώσιμη ανάπτυξη του ίδιου και του περιβάλλοντος του. Ο στόχος αυτής της επιλογής είναι η ποιότητα του χώρου και της ίδιας της ανάπτυξης.

Ένα σημαντικό σημείο του όλου προβληματισμού αναφέρεται στην επιλογή του χαρακτήρα του τουρισμού. Οι κατευθύνσεις που διαμορφώνονται από τα σύγχρονα οικονομικά πρότυπα στοχεύουν αφενός στην ανάδειξη των τοπικών προϊόντων και δραστηριοτήτων, και αφετέρου στην προβολή του τοπίου, των όμορφων οικισμών, των αρχαιολογικών, ιστορικών και θρησκευτικών χώρων και των φυσικών ιδιαιτεροτήτων όπως είναι τα σπήλαια, τα δάση και οι ακτογραμμές. Δίνεται έμφαση σε μια νέα μορφή τουρισμού, όπου θα συνδυάζεται η ταυτότητα του νησιώτικου περιβάλλοντος με την συμμετοχή του χρήστη σε αυτό το περιβάλλον, καθώς και τις εμπειρίες που αποκτώνται από αυτή τη διαδραστική σχέση. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η καινοτομία είναι η ενεργή συμμετοχή του επισκέπτη στα τοπικά δρώμενα. Σε αυτή τη συνθήκη, η ταύτιση του τόπου στη μνήμη του επισκέπτη πραγματοποιείται με συγκεκριμένα, τοπικά, κοινωνικά και πολιτιστικά γεγονότα που συνοδεύουν διαχρονικά τον τόπο
[10]. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η Κόνιτσα έχει συνδυαστεί με το καγιάκ, τα χωριά του Ολύμπου με αλπινιστές και καταφύγια, η Φλώρινα με τη διάσωση των αρκούδων, η Ζάκυνθος με την προστασία της θαλάσσιας χελώνας και η Σαλαμίνα με το καταφύγιο των πουλιών. Με τον ίδιο τρόπο η Κύθνος μπορεί να ταυτιστεί με την πεζοπορία, την ορεινή η μη ποδηλασία, την θαλάσσια και υποθαλάσσια δραστηριότητα,, την περιήγηση σπηλαίων, τον θρησκευτικό και τον ιαματικό τουρισμό και τέλος με τον αγροτουρισμό (μελισσοκομία και κτηνοτροφία).

5.0. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Σήμερα, είναι πια φανερό πώς το αναπτυξιακό πρότυπο των περισσοτέρων ελληνικών νησιών πάσχει στα βασικά σημεία του, καθώς αναδεικνύονται οι αρνητικές του πλευρές σ' ένα περιβαλλοντικά και ανθρωπολογικά εύθραυστο περιβάλλον. Η μη αντιστρεπτή καταστροφή του νησιώτικου τοπίου με την ανεξέλεγκτη δόμηση, η εξάντληση των φυσικών πόρων με την αλόγιστη χρήση τους, η πληθυσμιακή συρρίκνωση των τοπικών κοινωνιών, η κατάρρευση της πρωτογενούς παραγωγής, η αδυναμία διαχείρισης των απορριμμάτων και των αποβλήτων, η αλλοίωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, ή αδυναμία ορθολογικής κατανομής των επισκεπτών στο χρόνο με την επέκταση της τουριστικής περιόδου, αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά αρνητικά γνωρίσματα ενός αναπτυξιακού προτύπου χωρίς προοπτική και μέλλον.

Το δίλημμα είναι απλό: αβίωτη συντήρηση η βιώσιμη ανάπτυξη?

Δεν θα υποκύψω φυσικά στο πειρασμό, να δώσω άμεσα μια απάντηση σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Αυτό θα ήταν ανάρμοστα επιπόλαιο και σαφέστατα αντιεπιστημονικό. Αντίθετα θα επισημάνω ότι οι απαντήσεις σε όλο τον προηγούμενο προβληματισμό, θα πρέπει να δοθούν στα πλαίσια μια μελέτης με αντικείμενο το σύνολο της Κύθνου, είτε με την εκπόνηση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου είτε –ακόμα καλύτερα- με την εκπόνηση μιας Ειδικής Χωροταξικής Μελέτης.

Η συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης όλων των βαθμίδων είναι σημαντικότατη, αλλά και η συμμετοχή των Πολιτών στις διαδικασίες είναι ακόμα πιο καθοριστική. Κι’ ο λόγος είναι απλός: οι Πολίτες τελικά βιώνουν την οποιαδήποτε Αειφορία.

Ο Χώρος που θα προκύψει από μια τέτοιου είδους συμμετοχική διαδικασία θα είναι τελικά ένας Βιώσιμος Χώρος.-

------------
Εισήγηση
Ημερίδα Συνδέσμου Δρυοπιδέων Κύθνου με γενικό θέμα "Μονοπάτια της Κύθνου - Διαδρομές Αναφοράς και Ιστορικής Μνήμης"
Υπαίθριο Θέατρο Δρυοπίδας Κύθνου
Αύγουστος 2010 
-------------------------------------------------
[1] Σ. Ρίζος «Τι είναι χωροταξία» ΕΔ 1998  [2] Ν. 2508 (ΦΕΚ 124Α’/1997) «Βιώσιμη Οικιστική Ανάπτυξη των Πόλεων και των Οικισμών της Χώρας κ.α.δ.»  [3] N. 2742 (ΦΕΚ 207Α’/1999) «Χωροταξικός Σχεδιασμός και Αειφόρος Ανάπτυξη κ.α.δ.»   [4] Α 25290 (ΦΕΚ 1487Β’) «Έγκριση Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου»  [5] «Το θεσμικό πλαίσιο για την βιώσιμη χωρική ανάπτυξη των νησιωτικών περιφερειών: το παράδειγμα της περιφέρειας Νότιου Αιγαίου» άρθρο στο Νόμος + Φύση 2008  [6] Γ. Ζιάγκα «Η αρχή της φέρουσας ικανότητας και τα νησιωτικά συστήματα» άρθρο Οικολογία  [7] Π. Γετίμης, Γ. Καυκαλάς, Δ. Οικονόμου, «Χωροταξία και Περιβάλλον: νέοι θεσμοί και συμβίωση για το μέλλον» Τόπος Επιθεώρηση Αστικών και Περιφερειακών Μελετών 8/94  [8] Ν. Μαρτίνος «Αναπτυξιακά προβλήματα και διαγραφόμενες προοπτικές στην Κύθνο – Οι βασικές συνιστώσες ανάπτυξης στην Κύθνο» Αρμός 2008   [9] βλ Μ. Δεκλερή «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως» Σάκουλα 2000  [10] Π. Σταθακόπουλος, Θ. Μαγγανά «Πολεοδομικός προγραμματισμός και ποιότητα του αστικού χώρου – το παράδειγμα της Χίου» Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης